Δυσλειτουργία του Καθρεπτικού-Κατοπτρικού Νευρικού Συστήματος και Αυτισμός.

Όλο και περισσότερες έρευνες αποκαλύπτουν ότι η αυτιστική σημειολογία γίνεται εμφανής σε βρέφη ηλικίας 6 μηνών, αν όχι και νωρίτερα.


Στα παιδιά, που αργότερα αναπτύσσουν αυτισμό, η λευκή ουσία, δηλ, η 'συνδεσμολογία' των νευρικών κυκλωμάτων του εγκεφάλου, αναπτύσσεται με αρκετά βραδύτερους ρυθμούς δημιουργώντας έτσι διαφορετικούς νευρωνικούς χάρτες από αυτούς των παιδιών με τυπική ανάπτυξη.


Μελέτες fMRI και Διακρανιακού μαγνητικού Ερεθισμού (Transcranial magnetic stimulation-TMS-) σε παιδιά με Αυτισμό έδειξαν ότι οι περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με την συμπεριφορά της μίμησης δηλ, η περιοχή 44/45 του Brodmann-περιοχή Broca στον κινητικό φλοιό στις κροταφοβρεγματικές περιοχές-είχαν σοβαρό λειτουργικό πρόβλημα. Αυτή η συγκεκριμένη περιοχή έχει ονομασθεί από τους νευροεπιστήμονες Καθρεπτικό-κατοπτρικό Νευρικό σύστημα γιατί είναι το σύστημα στον εγκέφαλο, τόσο του ανθρώπου όσο και των ανώτερων θηλαστικών, που μας βοηθά να κάνουμε προσομοίωση των στάσεων, κινήσεων, προθέσεων, συναισθημάτων κ.λ.π των άλλων και έτσι να καταλαβαίνουμε με ένα κοινό τρόπο τους άλλους, άρα να καταλαβαίνουμε τον κόσμο τριγύρω μας.


Τα παιδιά με Αυτισμό έχουν σοβαρές δυσκολίες στο να μιμηθούν τις συμπεριφορές των άλλων και στην επικοινωνία μαζί τους. Η συμπεριφορά της μίμησης είναι ίσως το σημαντικότερο εργαλείο για την συναισθηματική, επικοινωνιακή και κοινωνική ανάπτυξη αλλά και για την μάθηση γενικότερα στην βρεφική και νηπιακή ηλικία. Αυτοί όμως είναι οι βασικοί τομείς ανάπτυξης που κατεξοχήν πλήττονται στον Αυτισμό και γι'αυτό ευθύνεται-κατά μείζονα λόγο- η δυσλειτουργία του Καθρεπτικού ή Κατοπτρικού νευρικού Συστήματος.

 

Οι συγγραφείς του άρθρου (Oberman & Ramachandran 2007) για το ρόλο του Καθρεφτικού Νευρικού Συστήματος και της διεργασίας της προσομοίωσης στα άτομα με αυτισμό, υποστηρίζουν ότι όταν οι διεργασίες της προσομοίωσης είναι ανεπαρκείς ή διαταραγμένες τότε το άτομο εμφανίζει ποιοτική και ποσοτική ανεπάρκεια στις κοινωνικές και επικοινωνιακές του δεξιότητες. Αυτές οι δυσκολίες στις δύο αυτές δεξιότητες αντιστοιχούν στα δύο από τα τρία βασικά κλινικά γνωρίσματα του Αυτισμού.

Τα άτομα με αυτισμό εμφανίζουν δυσκολίες στις διαδικασίες ανάπτυξης της ικανότητας για ενσυναίσθηση όπως αυτές γίνονται σε φυσιολογικά άτομα. Στα παιδιά με αυτισμό είναι εμποδισμένος ο συντονισμός των δράσεων με τον γονέα και αυτό έχει σαν αποτέλεσμα τη δυσκολία της οργάνωσης και ελέγχου των συναισθημάτων σε αυτά (Brazelton και συν 1974; Deboer 1979; Gable & Isabella 1992; Levine 1990; Stern 1974; 1977). Τα παιδιά με αυτισμό χαμογελούν σε πολύ μικρότερο βαθμό σαν απόκριση στο χαμόγελο της μητέρας τους απ'ότι τα άλλα παιδιά και δυσκολεύονται σαφώς στο να συνδυάσουν την βλεμματική επαφή με χαμόγελο (Dawson και συν 1990; Kasari και συν 1990). Βρέφη 20 μηνών δεν προσπαθούν να τραβήξουν την προσοχή ενός ενήλικα όταν βρίσκονται σε μία δύσκολη κατάσταση, δεν αντιδρούν συναισθηματικά στο στρες του ενήλικα και δεν μιμούνται (Charman και συν 1997). Μεγαλύτερα σε ηλικία παιδιά με αυτισμό, εμφανίζουν ίδια συμπεριφορά στο στρες των άλλων (Dawson και συν 1990; Kasari και συν 1990; Loveland & Tunali 1991; Sigman και συν 1992). Ηλεκτροδερμικές μετρήσεις (SCR) παιδιών με αυτισμό και φυσιολογικών παιδιών δείχνουν ότι τόσο τα παιδιά αυτά, όσο και τα φυσιολογικά κάνουν συμπαθητική διέγερση όταν εκτίθενται σε στρεσογόνα και απειλητικά ερεθίσματα, ωστόσο τα παιδιά με αυτισμό είχαν σημαντικά μικρότερης έντασης SCR απαντήσεις στα φοβικά ερεθίσματα απ'ότι το δείγμα των φυσιολογικών παιδιών (Blair, 1999).

Ποιο είναι αυτό το σύστημα που δυσλειτουργεί και σαν αποτέλεσμα αυτής της δυσλειτουργίας εμφανίζεται η δυσκολία στην διεργασία της προσομοίωσης; Ισχυρές πλέον εμπειρικές ενδείξεις αποδεικνύουν ότι δυσλειτουργία στο Καθρεφτικό Νευρικό Σύστημα (Mirror Neuron System) ευθύνεται για την δυσλειτουργία της προσομοίωσης και κατά συνέπεια για τα συμπεριφορικά ελλείμματα που παρατηρούνται στον Αυτισμό (Altschuler και συν 2000; Williams, Whiten, Suddendorf & Perrett 2001).

Που φαίνεται να είναι εντοπισμένο, νευροανατομικά το Καθρεφτικό Νευρικό Σύστημα; Μία ομάδα ερευνητών (Fogassi, Gallese, Fadiga & Rizzolati 1998; Gallese, Fogassi, Fadiga & Rizzolati 2002; Di Pellegrino και συν 1992) απεκάλυψε ένα νευρωνικό σύστημα στην περιοχή F5 των πιθήκων μακάκων, που πυροδοτούνταν όταν οι πίθηκοι εκτελούσαν μία κίνηση, αλλά και όταν οι ίδιοι πίθηκοι παρατηρούσαν τον ερευνητή να εκτελεί τις ίδιες κινήσεις. Η ομάδα ονόμασε αυτό το σύστημα Καθρεφτικό Νευρικό Σύστημα (MNS). Αργότερα παρόμοια συστήματα εντοπίστηκαν διάσπαρτα και σε άλλες περιοχές του εγκεφάλου των μακάκων.

Υπάρχει αντιστοιχία του MNS στον ανθρώπινο εγκέφαλο;
Ναι, λένε οι ερευνητές οι οποίοι χρησιμοποιώντας την τεχνική του διακρανιακού μαγνητικού ερεθισμού (transcranial magnetic stimulation - TMS -) εντόπισαν αντίστοιχες MNS περιοχές στην περιοχή 44/45 του Brodmann που είναι γνωστή ως περιοχή Broca (Fadiga, Fogassi, Pavesi & Rizzolati 1995), στην περιοχή του κινητικού φλοιού (προκεντρική έλικα) στις κροταφοβρεγματικές περιοχές (Buccino και συν 2001; Bonda, Petrides, Ostry & Evans 1996; Puce, Allison, Bentin, Gore & Mc Carthy 1998).

Από όλο τον όγκο των ερευνών τόσο σε πιθήκους όσο και σε ανθρώπους συνάγεται το συμπέρασμα ότι υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι ίδιες περιοχές του εγκεφάλου που κατ'αρχήν περιλαμβάνουν μέρος του κινητικού φλοιού, δραστηριοποιούνται επίσης και από την πρόσληψη ερεθισμάτων που σχετίζονται με την παρατήρηση των συμπεριφορών των άλλων. Αυτή η δραστηριότητα επικουρεί την οπτική αναγνώριση και την μίμηση συμπεριφορών.

Ένας επίσης σημαντικός όγκος ερευνών για τα παιδιά με αυτισμό, έχει δείξει ότι τα παιδιά αυτά εμφανίζουν σοβαρές δυσκολίες στην μίμηση (Williams, Whiten & Singh 2004). Η ικανότητα της μίμησης είναι ένα σημαντικότατο εργαλείο για την συναισθηματική, κοινωνική και επικοινωνιακή ανάπτυξη των παιδιών και μια σημαντική δυσκολία σ'αυτήν την ικανότητα μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες στο αναπτυσσόμενο παιδί (Rogers & Pennington 1991). Οι πρώτες υποθέσεις για διαταραχή στην ικανότητα μίμησης στα αυτιστικά παιδιά έγινε το 1953 (Ritvo & Provence 1953) όταν μια μητέρα ανέφερε ότι το παιδί της δεν μπορούσε να την μιμηθεί σε ένα απλό παιδικό παιχνίδι. Ο μόνος τρόπος για το παιδί να παίξει αυτό το παιχνίδι, ήταν να του κρατά τα χέρια η μητέρα του και να του καθοδηγεί τις κινήσεις, χωρίς βέβαια και πάλι να πετύχει να του μάθει το παιχνίδι. Από τότε έχουν γίνει πολλές έρευνες που έχουν περιγράψει με λεπτομέρεια των διαταραχή της μίμησης στον αυτισμό.

Πολλοί ερευνητές εξετάζουν τις συνέπειες της διαταραχής στο προκινητικό καθρεφτικό νευρικό σύστημα στα άτομα με αυτισμό. Η καλή λειτουργία του Καθρεφτικού Νευρικού Συστήματος διευκολύνει την πραγματοποίηση της εσωτερικευμένης προσομοίωσης των δράσεων που το άτομο βλέπει στους άλλους. Όταν σε ένα άτομο η ικανότητα προσομοίωσης είναι διαταραγμένη τότε και η εκτέλεση των κινητικών αποκρίσεων του ατόμου είναι πιθανόν να μην είναι επιτυχής. Κατά συνέπεια η δυσκολία που έχουν τα άτομα με αυτισμό στη μίμηση εξηγείται από την διαταραγμένη ικανότητα προσομοίωσης που με την σειρά της οφείλεται σε δυσλειτουργία του Καθρεφτικού Νευρικού Συστήματος. Ο ρόλος της μίμησης στην ικανότητα του ατόμου για ενσυναίσθηση προς τους άλλους, έχει στοιχειοθετηθεί από πολλούς ερευνητές. Όταν οι άνθρωποι βλέπουν τις εκφράσεις του προσώπου των άλλων, τότε αυτόματα μιμούνται αυτές τις εκφράσεις (Dimberg 1982; Dimberg & Lundqvist 1988; Bush, Barr, Mc Hugo & Lanzetta 1989;). Αυτή η αυτόματη μιμική της έκφρασης του προσώπου των άλλων διευκολύνει στην αναγνώριση και στην ενσυναίσθηση του υπό παρατήρηση συναισθήματος, μέσα από την διεργασία της προσομοίωσης της αντίστοιχης προσωπικής έκφρασης του παρατηρούντα (Lipps 1907; Niedenthal, Brauer, Halberstadt & Innes – Ker 2001; Pietromonaco και συν 1981; Wallbott 1991).

Η συνεργία κινητικού και σωματοαισθητικού φλοιού και ο ρόλος τους στις κοινωνικές δεξιότητες (ενσυναίσθηση και θεωρία του νου) έχει εμπειρικά υποστηριχθεί σε πολλές μελέτες. Δυσλειτουργία του κινητικού συστήματος δυνητικά σημαίνει πρόβλημα στη μιμητική ικανότητα των ατόμων με αυτισμό. Εάν λοιπόν, όπως υποστηρίζει ο Gallese (Gallese, 2001) το σύστημα της κινητικής προσομοίωσης της δράσης των άλλων είναι ένα σημαντικό σύστημα τόσο για την ενσυναίσθηση όσο και για την ΤΟΜ (theory of mind) και εάν αυτό το σύστημα δυσλειτουργεί στα άτομα με αυτισμό, τότε γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι τα άτομα στο αυτιστικό φάσμα παρουσιάζουν προβλήματα τόσο ενσυναίσθησης όσο και ΤΟΜ. Σημειωτέον, ότι πολλοί συγγραφείς υποστηρίζουν ότι οι δυσκολίες στην ΤΟΜ και στην ενσυναίσθηση είναι κεντρικού χαρακτήρα στις κλινικές εκδηλώσεις του αυτισμού (Barron – Cohen 1995; Gillberg 1992).

Η άποψη ότι οι δυσκολίες στη βλεμματική επαφή και την προσοχή βρίσκονται στην βάση των δυσκολιών μίμησης και κατ' επέκταση της ανάπτυξης τηςενσυναίσθησης των ατόμων με αυτισμό προς τρίτους, φαίνεται να προτείνεται από τις νευροψυχολογικές μελέτες. Ευρήματα των μελετών αποδεικνύουν την ύπαρξη προβλημάτων στην επεξεργασία της πληροφορίας σε δευτεροταγή και κυρίως τριτοταγή ανάλυση. Οι Villalobos, Mizuno, Dahl, Kemmotsu και Muller (2005) βρήκαν ότι η περιοχή 44 δηλ. η προμετωπιαία περιοχή του καθρεφτικού συστήματος παρουσίαζε φτωχή λειτουργική διασύνδεση με τον πρωτοταγή οπτικό φλοιό σε άτομα με αυτισμό πάντα σε σύγκριση με τον φυσιολογικό πληθυσμό. Οι μελετητές συμπεραίνουν ότι τα ευρήματα τους είναι ενδεικτικά της προβληματικής λειτουργίας του προμετωπιαίου τμήματος του καθρεφτικού συστήματος στα άτομα στο αυτιστικό φάσμα.

Από την άλλη κλινικές μελέτες υποστηρίζουν την σχέση μεταξύ προσοχής και
ενσυναίσθησης. Τα άτομα με αυτισμό αποδίδουν καλύτερα σε εργαστηριακές απ' ότι σε φυσικές συνθήκες ίσως επειδή τα ερεθίσματα είναι λιγότερα, καλύτερα ελεγχόμενα και δεν υπάρχει χρονικός περιορισμός για εκδήλωση αντίδρασης (Capps & Sigman 1996; Gillberg 1999). Τα παιδιά με αυτισμό φαίνεται να δυσκολεύονται στην επεξεργασία κοινωνικού τύπου ερεθισμάτων, όταν τα ερεθίσματα αυτά είναι περισσότερα του ενός ταυτόχρονα. Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι αυτού του τύπου οι δυσκολίες, δηλ. δυσκολίες στον προσανατολισμό, απεμπλοκή από παλιά και εμπλοκή της προσοχής σε νέα ερεθίσματα βρίσκονται κάτω από τις δυσκολίες των αυτιστικών ατόμων σε κοινωνικό επίπεδο (Gillberg 1999). Σε ότι αφορά σε επεξεργασία γνωστικού τύπου ερεθισμάτων τα παιδιά με αυτισμό τείνουν να συγκεντρώνουν την προσοχή τους σε μεμονωμένα ερεθίσματα χάνοντας έτσι την αντίληψη του όλου, ενώ φυσιολογικά άτομα κάνουν το αντίθετο (Frith 1989).

Όπως και να έχει οι μελετητές φαίνεται να συμφωνούν ότι το φαινόμενο της συναισθηματικής επιδεκτικότητας και ενσυναίσθησης πρέπει να ειδωθεί σαν ένα κομμάτι μέσα στο συνεχές που αρχίζει από την προσοχή περνά μέσα από την αντιπροσώπευση και τελειώνει στη δράση. Αυτά τα στάδια δεν είναι ξεκομμένα το ένα από το άλλο, αλλά επικαλύπτονται μέχρι ένα βαθμό. Για παράδειγμα η δυσκολία των ατόμων με αυτισμό να προσανατολισθούν και να προσέξουν το ερέθισμα δυσκολεύει την αντίληψη του ερεθίσματος. Αυτό με τη σειρά του εμποδίζει την αντιπροσώπευση και μίμηση του ερεθίσματος π.χ. εκφράσεις ή κινήσεις και αυτό με τη δική του σειρά δυσχεραίνει τον χειρισμό γνωστικών στοιχείων που αναφέρονται στη θεωρία του νου (ΤΟΜ).

Εν κατακλείδι, οι κοινωνικές δεξιότητες σε ένα κανονικά αναπτυσσόμενο παιδί (ενσυναίσθηση, συναισθηματική επιδεκτικότητα, λεκτική συμπεριφορά κ.λ.π.), ¨πατάνε¨ στους μηχανισμούς προσομοίωσης που έχει αυτό το παιδί. Aυτοί οι μηχανισμοί δυσλειτουργούν η υπολειτουργούν στο άτομο που εμφανίζει διαταραχή στο φάσμα του Αυτισμού.

 

Παντελής Κεβρεκίδης, Ψυχολόγος, MSc, PhD